ΠΟΤΑ  Δεν υπάρχουν προϊόντα σε αυτή την κατηγορία

Υποκατηγορίες

  • Απεριτίφ

    Γνωρίζατε ότι...

    Τα απεριτίφ δεν είναι είδος, αλλά κατηγορία ποτών, στην οποία περιλαμβάνονται από κρασιά μέχρι ουίσκι. Ο γενικός κανόνας ορίζει ότι πρέπει να είναι «τραγανά», «χαμογελαστά» και «παιχνιδιάρικα», με χαμηλούς αλκοολικούς βαθμούς -μην ξεχνάτε ότι τα πίνουμε νηστικοί-, χωρίς υψηλή οξύτητα, αλλά και χωρίς υπερβολική γλυκύτητα, η οποία χαλάει την ισορροπία στον ουρανίσκο πριν από ένα γεύμα. Πολύ γενικά -και λίγο αυθαίρετα- μπορούμε να πούμε ότι τα ανοιχτόχρωμα ποτά είναι κατάλληλα για απεριτίφ, ενώ τα σκουρόχρωμα προορίζονται για μετά το δείπνο.

  • Κονιάκ

    Γνωρίζατε ότι...

    Το κονιάκ είναι μια ποικιλία μπράντι η οποία πήρε το όνομά της από την πόλη Κονιάκ στη Γαλλία. Παράγεται από κράσι από την οινοπαραγωγική περιοχή που περιβάλλει την πόλη Κονιάκ, στο γαλλικό νομό Σαράντ, στην περιοχή Πουατού-Σαράντ. Το κονιάκ είναι προϊόν προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης και η παραγωγή πρέπει να πληροί ορισμένες νομικές προϋποθέσεις, όπως να προέρχεται από συγκεκριμένες ποικιλίες σταφυλιών, με την ποικιλία τρεμπιάνο, τοπικά γνωστή ως Σαιν-Εμιλιόν, να είναι αυτή που χρησιμοποιείται περισσότερο.Το μπράντι πρέπει να αποστακτεί δύο φορές σε χάλκινα αποστακτήρια και να ωριμάσει δύο χρόνια σε δρύινα βαρέλια. Το κονιάκ ωριμάζει στα βαρέλια όπως το ουίσκι και το κρασί και έτσι έχει συνήθως μεγαλύτερη ηλικία από το νόμιμο όριο.

  • Τεκίλα

    Γνωρίζατε ότι...

    Η τεκίλα είναι απεσταγμένο αλκοολούχο ποτό που προέρχεται από το φυτό μπλε αγαύη (Agave tequilana), κυρίως από την περιοχή γύρω από την πόλη Τέκιλα, περίπου 65 χιλιόμετρα βορειοδυτικά από τη Γουαδαλαχάρα και στα υψίπεδα (Λος Άλτος) στα βορειοδυτικά της μεξικανικής πολιτείας Χαλίσκο. Αν και είναι ένα είδος μεσκάλ, η σύγχρονη τεκίλα χρησιμοποιεί μόνο μπλε αγαύη και διακρίνεται για τον τοπικό χαρακτήρα της. Η τεκίλα συνήθως έχει 38-40% ABV, αλλά μπορεί να παραχθεί με 31% έως 55% περιεχόμενο οινοπνεύματος.

    Οι Αζτέκοι έφτιαχναν αλκοολούχα ποτά από τη ζύμωση αγαύης. Όταν οι Ισπανοί κονκισταδόρες ξέμειναν από μπράντι, απέσταξαν αγαύη, παράγοντας ένα από τα πρώτα αποσταγμένα ποτά της Βόρειας Αμερικής. Η τεκίλα άρχισε να παράγεται στην περιοχή της πόλης Τεκίλα, η οποία επισήμως ιδρύθηκε το 1656. Ο Χοσέ Κουέρβο (Jose Cuervo) ήταν ο πρώτος ο οποίος παρήγαγε εμπορικά τεκίλα. Οι πρώτες εξαγωγές στις ΗΠΑ έλαβαν χώρα στο τέλος του 19ου αιώνα, ενώ δημοφιλία του ποτού αυξήθηκε κατά τον 20ό αιώνα.

    Σύμφωνα με τους μεξικανικούς νόμους, η Τεκίλα μπορεί μόνο να παρασκευαστεί στην πολιτεία Χαλίσκο, αλλά και σε περιορισμένες περιοχές των πολιτειών Γουαναχουάτο, Μιτσοακάν, Ναγιαρίτ και Ταμαουλίπας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν ότι τα ποτά που ονομάζονται «τεκίλα» μπορούν να παραχθούν μόνο στο Μεξικό, αλλά ύστερα από συμφωνία το 2006 χύμα ποσότητες μπορούν να σταλούν για να εμφιαλωθούν στις ΗΠΑ.

  • Λικέρ

    Γνωρίζατε ότι...

    Το λικέρ είναι ένα ηδύποτο που φτιάχνεται από την απόσταξη οινοπνεύματος με την προσθήκη γεύσης φρούτων, κρέμας, βοτάνων, καρυκευμάτων, λουλουδιών ή ξηρών καρπών και διατίθενται προς πώληση έπειτα από την προσθήκη ζάχαρης ή άλλου γλυκαντικού (όπως σιρόπι καλαμποκιού με φρουκτόζη). Τα λικέρ είναι συνήθως πολύ γλυκά στη γεύση. Συνήθως δεν αφήνονται για πολύ καιρό μετά την ανάμειξη των υλικών τους, ωστόσο μπορεί να έχουν κάποιες περιόδους που αφήνονται για να δέσουν οι γεύσεις.

    Στις ΗΠΑ και στον Καναδά, όπου τα αλκοολούχα ποτά συνήθως ονομάζονται "liquor" συχνά γίνεται σύγχυση με τα ηδύποτα λικέρ, όπως π.χ. στην περίπτωση του ποτού βότκα όταν έχει γεύσεις. Ο κύριος ίσως κανόνας για τη διάκριση είναι ότι τα ηδύποτα λικέρ είναι γλυκά και συχνά έχουν υφή σαν σιρόπι, ενώ τα άλλα αλκοολούχα ποτά (liquors) δεν παρουσιάζουν αυτό το χαρακτηριστικό. Τα πιο πολλά ηδύποτα λικέρ έχουν χαμηλότερη περιεκτικότητα σε αλκοόλη (15–30% κατ' όγκο) σε σχέση με τα άλλα αλκοολούχα, ωστόσο μερικά περιέχουν μέχρι και 55% κατ' όγκο.

    Σε ορισμένες περιοχές των ΗΠΑ, τα λικέρ καλούνται και cordials ή schnapps,[1][2][3][4] ενώ σε πολλές χώρες που ανήκουν στην Κοινοπολιτεία των Εθνών, με τον όρο cordial εννοείται ένα μη αλοολούχο σιρόπι από φρούτα που διαλύεται σε γεύση και καταναλώνεται ως αναψυκτικό χωρίς ανθρακικό. Στη Γερμανία και στη Σκανδιναβία, schnapps είναι ένα είδος μπράντι ή άκουαβιτ.

    Ιστορία

    Τα λικέρ προέρχονται ιστορικά από τα βότανα που χρησιμοποιούνταν ανέκαθεν για ιατρικούς σκοπούς. Χρονολογούνται από το 13ο αιώνα και παρασκευάστηκαν στην Ιταλία, συχνά από μοναχούς, όπως π.χ. το σαρτρέζ (Chartreuse).

    Σήμερα λικέρ φτιάχνονται σε όλες τις χώρες του κόσμου και σερβίρονται με διάφορους τρόπους: μόνα τους, με πάγο, με καφέ, ανάμικτα με κρέμα ή άλλες μείξεις με σκοπό να γίνουν κοκτέιλ κλπ. Συχνά σερβίρονται με ή χωρίς επιδόρπιο. Το λικέρ χρησιμοποιείται επίσης στη μαγειρική.

    Η λέξη liqueur προέρχεται από το λατινικό απαρέμφατο liquifacere ("υγροποιώ").

    Το λικέρ είναι ένα ηδύποτο που φτιάχνεται από την απόσταξη οινοπνεύματος με την προσθήκη γεύσης φρούτων, κρέμας, βοτάνων, καρυκευμάτων, λουλουδιών ή ξηρών καρπών και διατίθενται προς πώληση έπειτα από την προσθήκη ζάχαρης ή άλλου γλυκαντικού (όπως σιρόπι καλαμποκιού με φρουκτόζη). Τα λικέρ είναι συνήθως πολύ γλυκά στη γεύση. Συνήθως δεν αφήνονται για πολύ καιρό μετά την ανάμειξη των υλικών τους, ωστόσο μπορεί να έχουν κάποιες περιόδους που αφήνονται για να δέσουν οι γεύσεις.

    Στις ΗΠΑ και στον Καναδά, όπου τα αλκοολούχα ποτά συνήθως ονομάζονται "liquor" συχνά γίνεται σύγχυση με τα ηδύποτα λικέρ, όπως π.χ. στην περίπτωση του ποτού βότκα όταν έχει γεύσεις. Ο κύριος ίσως κανόνας για τη διάκριση είναι ότι τα ηδύποτα λικέρ είναι γλυκά και συχνά έχουν υφή σαν σιρόπι, ενώ τα άλλα αλκοολούχα ποτά (liquors) δεν παρουσιάζουν αυτό το χαρακτηριστικό. Τα πιο πολλά ηδύποτα λικέρ έχουν χαμηλότερη περιεκτικότητα σε αλκοόλη (15–30% κατ' όγκο) σε σχέση με τα άλλα αλκοολούχα, ωστόσο μερικά περιέχουν μέχρι και 55% κατ' όγκο.

    Σε ορισμένες περιοχές των ΗΠΑ, τα λικέρ καλούνται και cordials ή schnapps,[1][2][3][4] ενώ σε πολλές χώρες που ανήκουν στην Κοινοπολιτεία των Εθνών, με τον όρο cordial εννοείται ένα μη αλοολούχο σιρόπι από φρούτα που διαλύεται σε γεύση και καταναλώνεται ως αναψυκτικό χωρίς ανθρακικό. Στη Γερμανία και στη Σκανδιναβία, schnapps είναι ένα είδος μπράντι ή άκουαβιτ.

    Ιστορία

    Τα λικέρ προέρχονται ιστορικά από τα βότανα που χρησιμοποιούνταν ανέκαθεν για ιατρικούς σκοπούς. Χρονολογούνται από το 13ο αιώνα και παρασκευάστηκαν στην Ιταλία, συχνά από μοναχούς, όπως π.χ. το σαρτρέζ (Chartreuse).

    Σήμερα λικέρ φτιάχνονται σε όλες τις χώρες του κόσμου και σερβίρονται με διάφορους τρόπους: μόνα τους, με πάγο, με καφέ, ανάμικτα με κρέμα ή άλλες μείξεις με σκοπό να γίνουν κοκτέιλ κλπ. Συχνά σερβίρονται με ή χωρίς επιδόρπιο. Το λικέρ χρησιμοποιείται επίσης στη μαγειρική.

    Η λέξη liqueur προέρχεται από το λατινικό απαρέμφατο liquifacere ("υγροποιώ").

    Το λικέρ είναι ένα ηδύποτο που φτιάχνεται από την απόσταξη οινοπνεύματος με την προσθήκη γεύσης φρούτων, κρέμας, βοτάνων, καρυκευμάτων, λουλουδιών ή ξηρών καρπών και διατίθενται προς πώληση έπειτα από την προσθήκη ζάχαρης ή άλλου γλυκαντικού (όπως σιρόπι καλαμποκιού με φρουκτόζη). Τα λικέρ είναι συνήθως πολύ γλυκά στη γεύση. Συνήθως δεν αφήνονται για πολύ καιρό μετά την ανάμειξη των υλικών τους, ωστόσο μπορεί να έχουν κάποιες περιόδους που αφήνονται για να δέσουν οι γεύσεις.

    Στις ΗΠΑ και στον Καναδά, όπου τα αλκοολούχα ποτά συνήθως ονομάζονται "liquor" συχνά γίνεται σύγχυση με τα ηδύποτα λικέρ, όπως π.χ. στην περίπτωση του ποτού βότκα όταν έχει γεύσεις. Ο κύριος ίσως κανόνας για τη διάκριση είναι ότι τα ηδύποτα λικέρ είναι γλυκά και συχνά έχουν υφή σαν σιρόπι, ενώ τα άλλα αλκοολούχα ποτά (liquors) δεν παρουσιάζουν αυτό το χαρακτηριστικό. Τα πιο πολλά ηδύποτα λικέρ έχουν χαμηλότερη περιεκτικότητα σε αλκοόλη (15–30% κατ' όγκο) σε σχέση με τα άλλα αλκοολούχα, ωστόσο μερικά περιέχουν μέχρι και 55% κατ' όγκο.

    Σε ορισμένες περιοχές των ΗΠΑ, τα λικέρ καλούνται και cordials ή schnapps, ενώ σε πολλές χώρες που ανήκουν στην Κοινοπολιτεία των Εθνών, με τον όρο cordial εννοείται ένα μη αλοολούχο σιρόπι από φρούτα που διαλύεται σε γεύση και καταναλώνεται ως αναψυκτικό χωρίς ανθρακικό. Στη Γερμανία και στη Σκανδιναβία, schnapps είναι ένα είδος μπράντι ή άκουαβιτ.

    Ιστορία

    Τα λικέρ προέρχονται ιστορικά από τα βότανα που χρησιμοποιούνταν ανέκαθεν για ιατρικούς σκοπούς. Χρονολογούνται από το 13ο αιώνα και παρασκευάστηκαν στην Ιταλία, συχνά από μοναχούς, όπως π.χ. το σαρτρέζ (Chartreuse).

    Σήμερα λικέρ φτιάχνονται σε όλες τις χώρες του κόσμου και σερβίρονται με διάφορους τρόπους: μόνα τους, με πάγο, με καφέ, ανάμικτα με κρέμα ή άλλες μείξεις με σκοπό να γίνουν κοκτέιλ κλπ. Συχνά σερβίρονται με ή χωρίς επιδόρπιο. Το λικέρ χρησιμοποιείται επίσης στη μαγειρική.

    Η λέξη liqueur προέρχεται από το λατινικό απαρέμφατο liquifacere ("υγροποιώ").

  • Ρούμι

    Γνωρίζατε ότι...

    Το ρούμι είναι οινοπνευματώδες ποτό, προϊόν απόσταξης των χυμών του ζαχαροκάλαμου. Κατάγεται από την Ινδία ή την Κίνα, αλλά σήμερα παράγεται κυρίως στα νησιά της Καραϊβικής, όπου καθιερώθηκε αφότου οι Ευρωπαίοι κατακτητές έφεραν το ζαχαροκάλαμο.

    Υπάρχουν δύο τύποι: το λευκό ρούμι, βιομηχανικού τύπου, με βάση τη μελάσσα, και το rhum agricole (αγροτικό ρούμι), από τον φρέσκο χυμό των ζαχαροκαλάμων, από τη Μαρτινίκα ή τη Γουαδελούπη.

    Τα ρούμια που παράγονται στην Κούβα, στο Πουέρτο Ρίκο, στην Αϊτή και στον Aγιο Δομίνικο ανήκουν στην κατηγορία των "ελαφρών". Αυτά που παράγονται στην Τζαμάικα, στη Μαρτινίκα, στα Μπαρμπάντος, στις Παρθένες Νήσους, θεωρούνται τα "βαριά" ρούμια.

  • Τζιν

    Γνωρίζατε ότι...

    Tο τζιν (αγγλ. gin) είναι αλκοολούχο ποτό, ευρύτερα γνωστό ως κύριο συστατικό του τζιν τόνικ καθώς και άλλων κοκτέιλ. Το τζιν έχει ως βάση αποστάγματα κωνοφόρων φυτών (ειδικότερα από τους καρπούς της άρκευθου) και η καταγωγή του ανάγεται στη Δυτική Ευρώπη της εποχής του Μεσαίωνα, όπου αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως φάρμακο. Στις μέρες μας αποτελεί μια από τις κυριότερες βάσεις για την παρασκευή διαφόρων μειγμάτων (κοκτέιλ), κατέχοντας ένα σημαντικό ποσοστό στην παγκόσμια αγορά αλκοολούχων ποτών.

    Ποικιλίες

    Αν και στη μακρόχρονη ιστορία του, το τζιν έχει δεχθεί πολλές παραλλαγές, στις μέρες μας έχουν εδραιωθεί οι ακόλουθες τέσσερις ποικιλίες, οι οποίες και αποτελούν νόμιμο προϊόν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Οινοπνευματώδη με άρωμα κωνοφόρου

    Πρόκειται για την πρωιμότερη επεξεργασία τζιν, η οποία παρασκευάζεται με απόσταξη ενός αρχικού μείγματος βάσης και επαναπόσταξής του με την πρόσμειξη κωνοφόρων, ώστε να εκλυθεί το άρωμά τους. Λόγω της μεθόδου απόσταξης σε καζάνι ο οινοπνευματικός βαθμός είναι σχετικά χαμηλός (περ. 68%) και αποθηκεύεται συχνά σε ξύλινα βαρέλια ώστε να ωριμάσουν τα αρώματά του. Το λεγόμενο ολλανδικό τζιν (ή τζινέβρα) είναι το πιο γνωστό προϊόν αυτής της κατηγορίας.

    Αποσταγμένο τζιν

    Το αποσταγμένο τζιν παρασκευάζεται αποκλειστικά με επαναπόσταξη αιθυλικής αλκοόλης, η οποία παράγεται από φυτικά προϊόντα και έχει υψηλό οινοπνευματικό βαθμό (τουλάχιστον 96%)· στο μείγμα προστίθενται καρποί αρκεύθου και άλλων βοτάνων, με την προϋπόθεση ότι η άρκευθος επικρατεί των άλλων αρωμάτων. Το προϊόν απλής προσθήκης αιθέριου ελαίου ή αρωμάτων σε αλκοολική βάση δεν θεωρείται αποσταγμένο τζιν.

    Λονδρέζικο τζιν

    Ο τύπος αυτός παρασκευάζεται αποκλειστικά από αιθυλική αλκοόλης φυτικής προέλευσης, το ποσοστό μεθανόλης της οποίας δεν πρέπει να ξεπερνά τα 5 γρ. ανά εκατόλιτρο καθαρού οινοπνεύματος (οινοπνευματικός βαθμός 100%). Το άρωμά του εξάγεται με την επαναπόσταξη της αιθυλικής αλκοόλης, στην οποία προστίθενται βότανα και καρποί κωνοφόρων, το τελικό προϊόν της οποίας θα πρέπει να έχει οινοπνευματικό βαθμό σε ποσοστό τουλάχιστον 70%. Το λονδρέζικο τζιν δεν πρέπει επίσης να περιέχει γλυκαντικούς παράγοντες άνω του 0,1 γρ. ανά λίτρο, χρωστικές ή άλλα συστατικά εκτός από νερό. Συχνά επονομάζεται και ξηρό τζιν.

    Τζιν

    Το σκέτο τζιν παράγεται με τον τεχνητό αρωματισμό καθαρού οινοπνεύματος, χωρίς τη διεργασία επαναπόσταξης, χρησιμοποιώντας αιθέρια έλαια ή άλλες αρωματικές ύλες. Θεωρείται η χαμηλότερη ποιότητα τζιν.

    Ο ελάχιστος οινοπνευματικός βαθμός για το εμφιαλωμένο τζιν είναι 37,5% στην Ε.Ε. και 40% στις ΗΠΑ.

    Άλλοι τύποι τζιν ορίζονται από τη γεωγραφική τους καταγωγή (η οποία ενέχει και νομικό έρεισμα), όπως το Τζιν Πλύμουθ, η Μποροβίτσκα Σλοβακίας, το Μπρίνιεβεκ Σλοβενίας κ.ο.κ. Κάποιοι άλλοι τύποι, τέλος, περιγράφονται κατά ορισμένα πολιτισμικά πρότυπα, χωρίς ωστόσο να έχουν νομική υπόσταση (π.χ. sloe gin, Wacholder, Old Tom gin - Σ.τ.Μ. πρόκειται στην ουσία για τοπικά προϊόντα, τα οποία συχνά παρασκευάζονται κατ' οίκον, κατ' αναλογία του ελληνικού κερασό).

  • Ούζο - Τσίπουρο

    Γνωρίζατε ότι...

    Το ούζο είναι ένα αλκοολούχο ποτό που παράγεται και καταναλώνεται ευρέως στην Ελλάδα και στην Τουρκία, όπου είναι γνωστό ως Ρακί. Είναι συγκρίσιμο επίσης με το αψέντι, το Γαλλικό περνό.
    Στη γεύση μοιάζει με το τσίπουρο, ποτό που έχει ωστόσο διαφορετικό τρόπο παρασκευής.

    Ονομασία

    Η προέλευση της ονομασίας του ούζου δεν είναι γνωστή με απόλυτη σιγουριά. Εικάζεται ότι η ονομασία προέρχεται από το εξής περιστατικό: Μία εταιρία εξήγαγε το ποτό στη Μασσαλία και στα κιβώτια της εξαγώγιμης παρτίδας αναγραφόταν η φράση "uso Massalia", δηλαδή "προς χρήση στη Μασσαλία". Για κάποιους λόγους η φράση αυτή έγινε συνώνυμη του καλής ποιότητας ούζου, και στη συνέχεια η λέξη "Μασσαλία" έφυγε και έμεινε η λέξη uso=ούζο που στο εξής χαρακτήριζε το ποτό.

    Μια λαϊκή παράδοση του Τυρνάβου λέει ότι επί τουρκοκρατίας έφτασε εκεί ένας Οθωμανός γιατρός ο Σταυράκ Μπέης. Στην πόλη τότε έπιναν ένα ποτό που έμοιαζε με το ούζο και το έλεγαν μεταβρασμένο Ρακί. Ο Σταυράκ μπέης βρέθηκε κάποια μέρα στο σπίτι του πρόκριτου Αντώνη Μακρή με τον οποίο διατηρούσε φιλία. Τον συμβούλεψε να προσθέσει στο απόσταγμα κι άλλη επιπλέον ουσία το οποίο κι έκανε. Ο Μακρής μόλις δοκίμασε το νέο απόσταγμα του άρεσε και φώναξε μωρέ τί´ναι τούτο ? ούζο Μασσαλίας!! εννοώντας με την λέξη ούζο ότι ήταν εκλεκτή ποιότητα και έτσι επικράτησε η ονομασία ούζο.

    Η άποψη αυτή τείνει πλέον να εγκαταλειφθεί, καθώς δεν έχει επιστημονικό αλλά λαογραφικό χαρακτήρα. Εγκυρότερες πηγές δείχνουν ότι η λ. προέρχεται από το τουρκ. üzüm, το οποίο σημαίνει "τσαμπί σταφύλι" και "αφέψημα από σταφίδες" (βλ. Sir G. Clauson, An Etymological Dictionary of Pre-Thirteenth Century Turkish, Oxford 1972, σελ. 288).

    Ιστορία

    Οι απαρχές της ιστορίας του ούζου είναι άγνωστες. Εικάζεται ότι το ποτό παραγόταν σε παρόμοια μορφή από την αρχαιότητα ακόμα. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ήδη ήταν γνωστό την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κατά την Οθωμανική περίοδο το ούζο ήταν διαδεδομένο στις περιοχές της σημερινής Τουρκίας, αλλά και σε περιοχές της Μέσης Ανατολής. Η παραγωγή του ούζου αυξήθηκε και εξαπλώθηκε τοπικά στην Ελλάδα μετά την ανεξαρτησία της χώρας από τους Οθωμανούς.

    Παρασκευή

    Το ούζο είναι μείγμα αιθανόλης (οινοπνεύματος) νερού και διάφορων αρωματικών βοτάνων (κοριανδρος, μάραθος, αστεροειδής γλυκάνισος, νυχάκι, ρίζα αγγελικής, κ.α.) με προεξάρχοντα τον απλό γλυκάνισο. Το ούζο, σε αντίθεση με το τσίπουρο, είναι συνήθως μόνο σε μικρό ποσοστό προϊόν απόσταξης σταφυλιών. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, το ποσοστό αυτό είναι τουλάχιστον 20%. Ωστόσο παράγονται και ούζα που είναι προϊόντα απόσταξης και σε μεγαλύτερα ποσοστά.

    Η απόσταξη γίνεται σε ειδικά αποστακτήρια (καζάνια), τα οποία είναι κατά προτίμηση φτιαγμένα από χαλκό. Μετά την ανάμειξη των συστατικών ακολουθεί το "βράσιμο" του μίγματος, περισσότερες από μία φορές. Το τελικό προϊόν έχει συνήθως ανάμεσα σε 40 και 50 αλκοολικούς βαθμούς.

    Κατανάλωση

    Το ούζο συνοδεύεται συνήθως από μεζέδες, όπως παστά, χταπόδι, σαλάτες κ.ά. Σερβίρεται σε μικρά ή λεπτά και ψηλά ποτήρια και προστίθεται στο ποτό δροσερό νερό ή/και πάγος. Μετά την προσθήκη νερού το ποτό εμφανίζει χαρακτηριστικό υπόλευκο χρώμα, που οφείλεται στο γλυκάνισο που περιέχει.

  • Ουίσκι

    Γνωρίζατε ότι...

    Ως ουίσκι χαρακτηρίζεται ευρεία κατηγορία οινοπνευματωδών ποτών που αποστάζονται από τη ζυμωμένη πολτοποίηση κριθαριού και ωριμάζουν σε ξύλινα βαρέλια. Οι διάφορες ποικιλίες παρασκευάζονται από διάφορα δημητριακά, και περιλαμβάνουν: το κριθάρι, τη σίκαλη, τον σίτο, και το καλαμπόκι. Η ονομασία (αγγλ. και σκωτσ. Whisky αμερ. και ιρλ. Whiskey) ετυμολογείται από μια κελτική λέξη (Uisge Beathe) η οποία σημαίνει νερό της ζωής και αρχικά αναφερόταν σε όλα τα προϊόντα απόσταξης τα οποία χρησιμοποιούνταν για φαρμακευτικούς σκοπούς.

    Παραγωγή και είδη

    Το ουίσκι διαφέρει από το συνηθισμένο απόσταγμα σιτηρών, χάρη στη γεύση του, η οποία οφείλεται στην ειδική επεξεργασία των πρώτων υλών. Η περιεκτικότητα του σε αλκοόλ κυμαίνεται από 40% έως 70% κατ' όγκο. Στο εμπόριο κυκλοφορούν διάφοροι τύποι ουίσκι, όπως το σκωτσέζικο, το καναδικό, το αμερικανικό κ.ά., οι οποίοι διακρίνονται ως προς τα χαρακτηριστικά τους, λόγω των διαφορών στον τρόπο παραγωγής, στον τύπο και στο είδος των σιτηρών, καθώς και στην ποιότητα του νερού που χρησιμοποιείται. Πάντως η Μεγάλη Βρετανία, και ιδιαίτερα η Σκωτία, θεωρείται ότι παράγει την καλύτερη ποιότητα ουίσκι. Υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες ουίσκι, το malt (το παρασκεύασμα δεν είναι προϊόν ανάμειξης ή, έστω, προέρχεται μόνο από ανάμειξη προϊόντων του ίδιου αποστακτηρίου) και το blended (ανάμειξη ουίσκι διάφορων αποστακτηρίων). Μια άλλη ουσιαστική διαφορά υπάρχει στα δημητριακά που αποτελούν την πρώτη ύλη: το σκωτσέζικο και τα περισσότερα καναδικά της Ανατολικής Ακτής (Νόβα Σκόσια κ. ά.) που διατήρησαν τη σκωτσέζικη παράδοση παρασκευάζονται αποκλειστικά και μόνο από κριθάρι (scotch), ενώ τα επιλεγόμενα αμερικανικά (bourbon), στα οποία συγκαταλέγονται και αρκετά καναδικά, χρησιμοποιούν διάφορα δημητριακά, όπως σίκαλη, βρώμη κ. ά. Παραγωγή ουίσκι έγινε για πρώτη φορά στην Ιρλανδία, πιθανότατα στα τέλη του 11ου αι., αλλά η πρώτη γραπτή αναφορά υπάρχει σε σκοτσέζικα αρχεία του 1494. Στις αρχές του 18ου αι. άρχισε να παράγεται στον Καναδά και στις Η.Π.Α. Στη διάρκεια του 20ού αι., λόγω του μεγάλου ανταγωνισμού με την καναδική βιομηχανία σκωτσέζικου ουίσκι, η οποία διογκώθηκε την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης στις ΗΠΑ, τη δεκαετία του 1930 (όταν στα σύνορα Η.Π.Α. και Καναδά το λαθρεμπόριο ουίσκι ήταν η πιο επικερδής δραστηριότητα), οι Σκωτσέζοι κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν προστασία ονομασίας προέλευσης για το ουίσκι scotch.

  • Βότκα

    Γνωρίζατε ότι...

    Η βότκα είναι διαφανές ποτό, απόσταγμα δημητριακών (σιταριού, κριθαριού, σίκαλης ή μίγματος) αλλά και άλλων υλών όπως η πατάτα. Η βότκα από σκέτο σιτάρι θεωρείται καλύτερη.

    Η λέξη προέρχεται από τη σλαβική λέξη "voda" που σημαίνει "νερό". Βότκα είναι στα ρώσικα το "νεράκι".

    Εκτός από τους διάφορους τύπους αρωματικών ουσιών, η βότκα αποτελείται από νερό και οινόπνευμα. Η βότκα έχει συνήθως περιεκτικότητα σε οινόπνευμα που κυμαίνεται από 35% ως 50% vol. Η κλασική ρωσική βότκα έχει περιεκτικότητα 40% vol. Αυτό αναφέρει η έρευνα του Μεντελέγιεφ το 1894. Σύμφωνα με το Μουσείο Βότκας στην Αγία Πετρούπολη, ο Μεντελέγιεφ βρήκε ότι το τέλειο ποσοστό είναι 38%. Βάσει του αμερικανικού ομοσπονδιακού νόμου, η ελάχιστη περιεκτικότητα οινοπνεύματος της βότκας είναι 40% vol., ενώ στην Ευρώπη το ελάχιστο είναι 37,5%.

    Η βότκα καταναλώνεται σκέτη, αλλά η αύξηση της δημοτικότητάς της οφείλεται στα κοκτέιλ και άλλα μικτά ποτά, όπως το Bloody Mary και το Martini.

    Οι λαοί στα κράτη της πιθανής προέλευσης της βότκας έχουν ονόματα για τη βότκα με ρίζες που σημαίνουν «κάψιμο». (πολωνικά: gorzałka; ουκρανικά: горілка, χορίλκα, λευκορωσικά: гарэлка, χαρέλκα, λιθουανικά: degtinė; λετονικά: degvīns, ντέγκβινς, σουηδικά: brännvin,μπρένβιν. Στη Ρωσία το 17ο και 18ο αιώνα goriashchee vino).

    Ιστορικά στοιχεία

    Σύμφωνα με τον οργανισμό τζιν και βότκας, η πρώτη καταγεγραμμένη παραγωγή της βότκας, ήταν στη Ρωσία στα τέλη του 9ου αιώνα. Το πρώτο γνωστό αποστακτήριο βότκας βρέθηκε σχεδόν διακόσια χρόνια αργότερα στο Khlynovsk, τη Ρωσία, όπως αναφέρθηκε στα Χρονικά της Vyatka του 1174. Η Πολωνία διεκδικεί την απόσταξη βότκας, από τις αρχές του 8ου αιώνα, αλλά δεδομένου ότι αυτό ήταν μια απόσταξη οίνου θα ήταν πιο σκόπιμο να εξεταστεί σαν κονιάκ. Αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως βότκα εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Πολωνία τον 11ο αιώνα, από μια φυλή ονόματι gorzalka, όπου η χρήση του εκεί ήταν αποκλειστικά για φαρμακευτικούς σκοπούς. Στην εγκυκλοπαίδεια Britannica αναγράφεται ότι το ποτό αυτό προέρχεται από τη Ρωσία κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα, όπου πρώτος την ζυθοποίησε ο Sydnayaska Krueger της οικογένειας Krueger, που αργότερα εξελίχθηκε στην εταιρεία γνωστή σήμερα ως Smirnoff.